του Ντίνου Σ. Κουμπάτη
Η άποψη, είναι καθαρώς υποκειμενική, ήτοι απολύτως δική μου. Θριάμβευσε, -πάντα κατά την φτωχή μου κρίση-, η ελληνική συμμετοχή, και κατ’ επέκτασιν η ίδια η χώρα μας, στην εφετεινή «Eurovision».
Γιατί, θρίαμβος, -δική μου η πίστη-, «θρίαμβος», δεν είναι μόνον όταν κερδίζεις τον κότινο της πρωτιάς, αλλά και όταν κάποιοι πιστεύουν πως θα βγεις απ’ έξω, και ξαφνικά βρίσκεσαι στην δεκάτη θέση!

Και αυτό το πετύχαμε και κερδίσαμε την δόξα, αν όχι της πρωτιάς, τουλάχιστον της πρωτοτυπίας, για την οποίαν ορισμένοι θριαμβολογούν και με το δίκιο τους, γιατί τέτοια φαινόμενα, σπάνια να υπάρξουν και μάλιστα να αξιολογηθούν κατ’ αυτόν τον τρόπο και σε τέτοια θέση.
Οι πολλοί, και μάλιστα όσοι δεν είχαν προσέξει εξ’ αρχής την ποιότητα του στίχου και αυτήν της μουσικής, ακόμη και την δυναμική εμφάνιση του ερμηνευτή, «ξινίστηκαν» εκ των υστέρων, στεναχωρημένοι προφανώς για το χάσιμο της πρωτιάς και μεμψίμοιρα άρχισαν να κακολογούν το όλο «κόνσεπτ» και την όλη απόδοση, από τον στίχο που τον βρήκαν ατελή και ανώριμο, και την μουσική, μέχρι ακόμη και την ενδυματολογία και τα χοροπηδητά επί σκηνής, άλλοι δε, μέτρησαν πόσες δεκάδες φορές, ακούστηκε μελωδικά ο τίτλος -«ferto», λατινιστί-, ίσως επειδή δεν ήλθε η αναμενομένη αναγνώριση και χάθηκε η επιβράβευση.

Άστους να λένε. Εδώ, ολόκληρη κρατική Ραδιοφωνία έκρινε σωστή την όλη δομή και μετά το πέρας έδειξε απολύτως ικανοποιημένη, για το τραγούδι και την όλη παρουσίασή του, -και χαλάλι τα πεντοχίλιαρα που ξόδεψε κι έγινα πετσετάκια, κατά το παλιό λαϊκόν ασμάτιον- κι εμείς μεμψιμοιρούμε, όπως κάθε φορά που τυχαίνει να μην έρθουν τα πράγματα όπως τα θέλουμε.
Και αν συνεχίσουν να διαφωνούν και να κριτικάρουν, ας προτείνουν εκείνοι κάτι διαφορετικό και καλύτερο. Κάτι κουλτουριάρικο ας πούμε, με σωστό, στρωτό και γεμάτον από νόημα στίχο, με αιθέρια μουσική, χωρίς χοροπηδήματα και παράξενες μεταμφιέσεις, ένα τραγούδι τέλος πάντων όπως της Βουλγαρίας, ας πούμε, που και αυτού ο συνθέτης, Έλληνας είναι.
Οι οπισθοδρομικοί ας πάψουν να κατηγορούν και ας κοιτάξουν να εκσυγχρονισθούν ως προς την απώλειαν της γνώσης, της σοβαρότητας και της κάθε «κιτς» έκφρασης στο Πνεύμα και την Τέχνη, όπου άλλωστε και πολύ λίγα από τα σοβαρά, απέμειναν.
Και του χρόνου παιδιά να παρουσιάσετε κάτι αντάξιο της εποχής μας, και ας μείνουν και πάλι κάποιοι ανικανοποίητοι. Στο κάτω-κάτω της γραφής, το κέφι μας κάνουμε και περί κεφιού ουδείς λόγος. Και τέλος, έχετε ακούσει ποτέ να βραβεύουν το κέφι, όποιο και αν είναι αυτό; Εκεί την πατήσαμε. Θα έρθει, όμως, -πού θα πάει;- και ο καιρός να αναγνωριστεί ευρύτερα, το απόλυτο τίποτε.




