«Αφού όλοι κλέβουν, γιατί όχι κι εγώ;» — Η νοοτροπία που διαβρώνει μια κοινωνία
ΑΡΘΡΑ (ΕΙΔΗΣΕΙΣ)ΚΟΙΝΩΝΙΑ 27 Οκτωβρίου 2026 fonisalaminas

Σεβάχ ο Θαλασσινός
Όταν η παρανομία γίνεται άλλοθι, η εντιμότητα θεωρείται αδυναμία και το δημόσιο χρήμα αντιμετωπίζεται σαν ξένη περιουσία, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι βαθιά κοινωνικό και ηθικό.
Υπάρχει μια φράση που αποκαλύπτει πολλά για την κατάσταση μιας κοινωνίας: «Αφού όλοι κλέβουν, γιατί όχι κι εγώ;».
Μια φράση που ακούγεται απλή, σχεδόν καθημερινή, αλλά κρύβει μέσα της έναν επικίνδυνο τρόπο σκέψης. Την αντίληψη ότι, εφόσον κάποιοι παρανομούν και ενδεχομένως κερδίζουν, τότε δικαιούμαστε όλοι να κάνουμε το ίδιο.
Κάπως έτσι, το λάθος παρουσιάζεται ως εξυπνάδα, η παρανομία ως ευκαιρία και η εντιμότητα ως αφέλεια.
Και το ερώτημα είναι απλό: Πού μπορεί να οδηγηθεί μια χώρα όταν οι πολίτες της αρχίζουν να θεωρούν φυσιολογικό να εξαπατούν το ίδιο το κράτος τους;
Το κράτος δεν είναι κάποιος ξένος
Πολλοί αντιμετωπίζουν το κράτος σαν έναν απρόσωπο μηχανισμό από τον οποίο πρέπει να αποσπάσουν όσο το δυνατόν περισσότερα, χωρίς να αναρωτιούνται ποιος τελικά πληρώνει το τίμημα.
Ξεχνούν ότι τα δημόσια έσοδα προέρχονται από την οικονομική δραστηριότητα της κοινωνίας, από τους φόρους και τις εισφορές των πολιτών και των επιχειρήσεων. Αυτά τα χρήματα χρηματοδοτούν τα νοσοκομεία, τα σχολεία, τις υποδομές, την κοινωνική προστασία, την πολιτική προστασία και τις υπηρεσίες που όλοι χρειαζόμαστε.

Όταν κάποιος φοροδιαφεύγει, όταν ιδιοποιείται δημόσιο χρήμα ή όταν εξασφαλίζει παράνομα προνόμια εις βάρος των υπολοίπων, δεν ζημιώνει απλώς ένα κρατικό ταμείο. Συμβάλλει στη δημιουργία ενός λογαριασμού που αργά ή γρήγορα καλείται να πληρώσει η κοινωνία.
Το δημόσιο χρήμα δεν είναι χρήμα χωρίς ιδιοκτήτη. Είναι πόροι που προορίζονται για κοινές ανάγκες και οφείλουν να διαχειρίζονται με διαφάνεια και υπευθυνότητα.
Όταν η αδικία γίνεται δικαιολογία
Το πιο ανησυχητικό δεν είναι μόνο ότι υπάρχουν άνθρωποι που παρανομούν. Είναι ότι η δική τους συμπεριφορά χρησιμοποιείται από άλλους ως δικαιολογία.
«Αφού το κάνουν οι άλλοι, γιατί να είμαι εγώ ο έντιμος;»
Αυτή η λογική δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο. Ο ένας επικαλείται τον προηγούμενο, ο επόμενος βρίσκει άλλοθι στον πρώτο και στο τέλος κανείς δεν αισθάνεται πραγματικά υπεύθυνος για τις πράξεις του.
Έτσι, η ατομική ευθύνη εξαφανίζεται πίσω από μια γενικευμένη κατηγορία: «Όλοι τα ίδια κάνουν».
Όμως δεν τα κάνουν όλοι. Και ακόμη κι αν μια παρανομία είναι διαδεδομένη, δεν γίνεται νόμιμη ούτε ηθικά αποδεκτή.

Το γεγονός ότι κάποιος άλλος παραβιάζει τους κανόνες δεν μας απαλλάσσει από την ευθύνη να τηρούμε τους δικούς μας.
Ο έντιμος πολίτης δεν είναι ο αφελής της υπόθεσης
Σε μια κοινωνία όπου η παρανομία φαίνεται να αποδίδει και η τήρηση των κανόνων μοιάζει να κοστίζει, ο έντιμος άνθρωπος μπορεί να αισθανθεί ότι βρίσκεται σε μειονεκτική θέση.
Πληρώνει τις υποχρεώσεις του, σέβεται τους κανόνες, εργάζεται και προσπαθεί να προχωρήσει χωρίς να αδικεί κανέναν. Κι όταν βλέπει άλλους να παρακάμπτουν τις υποχρεώσεις τους, είναι φυσικό να αναρωτιέται αν τελικά αξίζει να παραμένει συνεπής.
Η απάντηση δεν είναι ότι ο έντιμος θα ανταμείβεται πάντοτε. Η ζωή δεν λειτουργεί τόσο δίκαια όσο θα θέλαμε.
Η εντιμότητα, όμως, δεν είναι συναλλαγή. Δεν έχει αξία μόνο όταν μας προσφέρει κάποιο άμεσο όφελος. Έχει αξία επειδή καθορίζει ποιοι είμαστε, πώς συμπεριφερόμαστε στους άλλους και ποια κοινωνία αφήνουμε στις επόμενες γενιές.
Και κάτι ακόμη: η εντιμότητα δεν σημαίνει παθητικότητα. Ο έντιμος πολίτης δεν είναι υποχρεωμένος να ανέχεται την εκμετάλλευση, να σιωπά μπροστά στην αδικία ή να παραιτείται από τα δικαιώματά του. Αντίθετα, έχει κάθε λόγο να απαιτεί ισονομία, διαφάνεια και λογοδοσία.
Η ευθύνη του κράτους και η ευθύνη του πολίτη
Δεν μπορούμε, ωστόσο, να απαιτούμε μόνο από τους πολίτες να αλλάξουν νοοτροπία.
Η πολιτεία έχει καθοριστική ευθύνη. Όταν οι έλεγχοι είναι ανεπαρκείς, όταν οι διαδικασίες δεν είναι διαφανείς ή όταν δημιουργείται η εντύπωση ότι οι συνέπειες εξαρτώνται από τη θέση και τις γνωριμίες κάποιου, η εμπιστοσύνη των πολιτών κλονίζεται.
Η αντιμετώπιση της διαφθοράς απαιτεί ουσιαστικούς ελέγχους, ανεξάρτητους θεσμούς, διαφάνεια στη διαχείριση του δημόσιου χρήματος και ίση εφαρμογή του νόμου για όλους.
Δεν αρκεί να ζητάμε από τον πολίτη να είναι συνεπής. Πρέπει και το κράτος να αποδεικνύει ότι σέβεται τη συνέπειά του.
Ούτε αρκεί να υπάρχουν νόμοι στα χαρτιά. Χρειάζεται να εφαρμόζονται στην πράξη, χωρίς εξαιρέσεις και χωρίς επιλεκτική αυστηρότητα.
Η εμπιστοσύνη δεν επιβάλλεται με συνθήματα. Χτίζεται με καθημερινές πράξεις δικαιοσύνης.
Η αλλαγή αρχίζει από το «όχι»
Μπορεί ένας άνθρωπος μόνος του να αλλάξει μια κοινωνία; Ίσως όχι. Μπορεί, όμως, να αρνηθεί να γίνει μέρος του προβλήματος.
Να μην εξαπατήσει επειδή το κάνουν άλλοι. Να μην απαιτήσει παράνομη εξυπηρέτηση επειδή θεωρεί ότι τη δικαιούται. Να μην καλύψει την παρανομία επειδή ο παραβάτης είναι φίλος, συγγενής ή πρόσωπο με δύναμη.
Και, ταυτόχρονα, να απαιτήσει από όσους διαχειρίζονται δημόσια εξουσία να λογοδοτούν για τις αποφάσεις τους.
Η αλλαγή δεν απαιτεί μόνο έντιμους πολίτες ούτε μόνο αποτελεσματικούς θεσμούς. Απαιτεί και τα δύο.
Γιατί μια κοινωνία δεν μπορεί να στηριχθεί ούτε στην ανοχή της παρανομίας ούτε στην πεποίθηση ότι οι νόμοι αφορούν μόνο τους αδύναμους.
Τελικά, τι κοινωνία θέλουμε;
Θέλουμε μια κοινωνία στην οποία ο καθένας προσπαθεί να πάρει ό,τι μπορεί, αδιαφορώντας για το κόστος που μεταφέρει στους υπόλοιπους; Ή μια κοινωνία στην οποία η προσωπική πρόοδος δεν στηρίζεται στην αδικία του διπλανού;
Θέλουμε τα παιδιά μας να μεγαλώσουν πιστεύοντας ότι για να πετύχουν πρέπει να παρακάμπτουν τους κανόνες; Ή να μάθουν ότι η αξιοπρέπεια και η υπευθυνότητα δεν είναι αδυναμίες;
Η επιλογή αυτή γίνεται καθημερινά. Στις μικρές και στις μεγάλες αποφάσεις μας, στον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τις υποχρεώσεις μας, στον τρόπο που κρίνουμε τους άλλους και κυρίως στον τρόπο που κρίνουμε τον ίδιο μας τον εαυτό.
Δεν είναι όλοι διεφθαρμένοι. Δεν είναι όλοι ανέντιμοι. Και δεν πρέπει να επιτρέψουμε στη γενικευμένη καχυποψία να μετατρέψει την παρανομία σε κοινωνικό κανόνα.
Γιατί το «αφού όλοι κλέβουν, γιατί όχι κι εγώ;» δεν είναι δικαιολογία. Είναι η παραδοχή ότι επιλέγουμε να διαιωνίσουμε το πρόβλημα.
Η πραγματική πρόοδος αρχίζει όταν πάψουμε να ρωτάμε πόσα μπορούμε να κερδίσουμε παρανομώντας και αρχίσουμε να αναρωτιόμαστε τι μπορούμε να αλλάξουμε ενεργώντας έντιμα.
Η εντιμότητα δεν θα λύσει μόνη της όλα τα προβλήματα μιας χώρας. Χωρίς αυτήν, όμως, καμία μεταρρύθμιση, κανένας νόμος και κανένας θεσμός δεν μπορούν να λειτουργήσουν όπως πρέπει.
Το κράτος είμαστε όλοι μας. Και η κοινωνία που θα έχουμε αύριο εξαρτάται, σε μεγάλο βαθμό, από το τι θεωρούμε αποδεκτό σήμερα.




