Πράσινη μετάβαση: Το ακριβό «στοίχημα» των 165 δισ. ευρώ Πράσινη μετάβαση: Το ακριβό «στοίχημα» των 165 δισ. ευρώ
Πολλαπλές προκλήσεις θέτουν οι στόχοι για την ενεργειακή μετάβαση της ελληνικής οικονομίας προς την κλιματική ουδετερότητα, όπως αποτυπώνονται στη δεύτερη έκδοση του αναθεωρημένου Εθνικού... Πράσινη μετάβαση: Το ακριβό «στοίχημα» των 165 δισ. ευρώ

Πολλαπλές προκλήσεις θέτουν οι στόχοι για την ενεργειακή μετάβαση της ελληνικής οικονομίας προς την κλιματική ουδετερότητα, όπως αποτυπώνονται στη δεύτερη έκδοση του αναθεωρημένου Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ), οι οποίοι θα κριθούν εν πολλοίς από τις δημοσιονομικές δυνατότητες στήριξης επενδύσεων και καταναλωτικών δαπανών ύψους 164,9 δισ. ευρώ που απαιτούνται έως το 2030.



Όπως αναφέρει ρεπορτάζ της Καθημερινής, μόνο τα νοικοκυριά θα χρειαστεί να δαπανήσουν 9,2 δισ. ευρώ κατ’ έτος τη διετία 2024-2025 και 11,6 δισ. κατ’ έτος την πενταετία 2025-2030 για την ενεργειακή αναβάθμιση κατοικιών, ενεργειακά αποδοτικό οικιακό εξοπλισμό και αγορά ηλεκτρικών αυτοκινήτων. Η μέση ετήσια καταναλωτική δαπάνη που απαιτείται για την πράσινη μετάβαση των νοικοκυριών χαμηλής εισοδηματικής τάξης εκτιμάται στα 4 δισ. ευρώ για την περίοδο 2025-2030, γι’ αυτό και οι συντάκτες του ΕΣΕΚ επισημαίνουν ως ιδιαίτερα σημαντική την ανάληψη δράσεων για την επιδότηση και διευκόλυνση στη χρηματοδότηση νοικοκυριών μεσαίας και χαμηλής εισοδηματικής κατηγορίας, για να μην οδηγηθούν σε «ενεργειακή φτώχεια».



Εξοικονόμηση ενέργειας

Η μεγαλύτερη πρόκληση στον δρόμο για την ενεργειακή μετάβαση και την κλιματική ουδετερότητα για τη χώρα είναι ο τομέας της ενεργειακής εξοικονόμησης. Το ΕΣΕΚ, που έθεσε στη διάθεση των φορέων για διαβούλευση το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας και παρουσιάζει σήμερα η «Κ», θέτει ως στόχο τη μείωση των αερίων του θερμοκηπίου κατά 55% το 2030 σε σχέση με το 1990 και μηδενισμό το 2050 και επιδιώκει παράλληλα να διατηρήσει σταθερή μέχρι το 2030 την τελική ενεργειακή κατανάλωση στα περίπου 15,4 εκατ. μετρικούς τόνους ισοδύναμου πετρελαίου, δηλαδή λίγο πιο κάτω από τα επίπεδα του 2021, που σημαίνει βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας κατά 5%-7% συγκριτικά με το σενάριο αναφοράς του 2020.



Η ζήτηση ωστόσο εκτιμάται ότι θα αυξάνεται χάρη στην ηλεκτροκίνηση με μεγαλύτερο ρυθμό από τις ιστορικές τάσεις, τη διασύνδεση των νησιών και τον εξηλεκτρισμό των θερμικών χρήσεων κυρίως μέσω των αντλιών θερμότητας.

Μετά το 2030 αναμένεται έως και διπλασιασμός της ζήτησης λόγω της εκτεταμένης χρήσης της για την παραγωγή υδρογόνου. Ως εκ τούτου, για να επιτευχθεί ο στόχος της ενεργειακής κατανάλωσης στα ίδια επίπεδα θα πρέπει να επιτευχθεί σημαντική εξοικονόμηση ενέργειας. Το βάρος πέφτει στον τομέα των κτιρίων, τα οποία θα πρέπει να μειώσουν την κατανάλωσή τους κατά περίπου 15% σε σχέση με το 2021 για να αντισταθμίσουν την αναμενόμενη αύξηση της κατανάλωσης στους τομείς βιομηχανίας και ενέργειας. Το ετήσιο ποσοστό κτιρίων κατοικίας που πρέπει να αναβαθμιστεί ενεργειακά, σύμφωνα με τους στόχους στο υπό αναθεώρηση ΕΣΕΚ, θα αυξηθεί σε 1,4% το 2030, από 0,8% σήμερα, οδηγώντας στην ενεργειακή ανακαίνιση του 19% των κτιρίων κατοικίας το 2030.



Ο ρυθμός αναβάθμισης των κτιρίων τριτογενούς τομέα θα αυξάνεται ετησίως ώστε να διπλασιαστεί σε 0,8% το 2030 συγκριτικά με σήμερα, βελτιώνοντας την ενεργειακή απόδοση του 53% των συνολικών κτιρίων. Βασική πολιτική προτεραιότητα για την επίτευξη αυτού του στόχου αποτελεί η προώθηση των αντλιών θερμότητας ως αποδοτικών συστημάτων ψύξης – θέρμανσης. Το 17% των κτιρίων κατοικίας αναμένεται να καλύπτει τις θερμικές ανάγκες του με αντλίες θερμότητας το 2030, ποσοστό που θα φτάσει το 91% το 2050. Αντιστοίχως η χρήση αντλιών θερμότητας σε κτίρια του τριτογενούς τομέα αναμένεται να πλησιάσει το 69% το 2030 και το 90% το 2050. Το μερίδιο των ΑΠΕ σε θέρμανση – ψύξη εκτιμάται ότι θα ανέλθει σε 46% και 100% αντιστοίχως το 2030 και 2050.

Επιδότηση συσκευών

Για την επίτευξη των στόχων εξοικονόμησης κτιρίων, οι συντάκτες του ΕΣΕΚ επισημαίνουν ότι απαιτείται να συνεχιστούν τα προγράμματα εξοικονόμησης και στήριξης για αγορά προηγμένων συσκευών, με διευρυμένα μάλιστα κριτήρια για την επέκτασή του σε μεγαλύτερο αριθμό δικαιούχων, και να καταρτιστούν εξειδικευμένα προγράμματα στήριξης για τη διείσδυση των αντλιών θερμότητας. Τα προγράμματα ενεργειακής αναβάθμισης κατοικιών και κτιρίων θα πρέπει να αυξηθούν δύο ή και τρεις φορές συγκριτικά με τα παρελθόντα προγράμματα. Επιδοτήσεις θα απαιτηθούν σε μικρότερη κλίμακα και σε άλλους τομείς, όπως οι μικρές επιχειρήσεις και οι καινοτόμες πράσινες επενδύσεις. Τη μεγαλύτερη στήριξη ωστόσο θα χρειαστούν τα νοικοκυριά, στα οποία σύμφωνα με το ΕΣΕΚ αντιστοιχεί το 52% των επιπλέον επενδύσεων και δαπανών της περιόδου 2025-2030. «Καθίσταται ιδιαίτερα σημαντική τα επόμενα χρόνια η ανάληψη δράσεων για την επιδότηση και τη διευκόλυνση πρόσβασης στη χρηματοδότηση των νοικοκυριών χαμηλής και μεσαίας εισοδηματικής κατηγορίας», αναφέρεται χαρακτηριστικά στο κείμενο του ΕΣΕΚ.

Η συμμετοχή των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή θα φτάσει στο 79%

Η ενεργειακή μετάβαση θέτει και δΑΨημοσιονομικές προκλήσεις καθώς οι στόχοι για περιορισμό των υγρών καυσίμων θα επιφέρουν μείωση των δημοσίων εσόδων, τα οποία σύμφωνα με τους συντάκτες του Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα θα αντικατασταθούν με νέους φόρους. Σύμφωνα με τους στόχους του ΕΣΕΚ, το 2030 οι ΑΠΕ θα συμμετέχουν με ποσοστό 29% στον τομέα των μεταφορών, ενώ σημαντική θα είναι και η συμμετοχή των προηγμένων βιοκαυσίμων.

Το ΕΣΕΚ προσβλέπει στην ανάπτυξη των ΑΠΕ σε όλους τους τομείς. Ο στόχος που τίθεται για τις ΑΠΕ ως μερίδιο στο σύνολο της ακαθάριστης ενεργειακής κατανάλωσης για το 2030 είναι 44%, έναντι 35% του προηγούμενου ΕΣΕΚ. Στην ηλεκτροπαραγωγή, ο στόχος είναι η συμμετοχή των ΑΠΕ να φτάσει το 2030 στο 79% από 61% στο προηγούμενο ΕΣΕΚ και 80% στο αρχικό σχέδιο που παρουσιάστηκε τον Ιανουάριο. 

Η συνολική ισχύς ΑΠΕ στο σύστημα προβλέπεται να φτάσει το 2030 στα 23,5 GW από 11,5 GW σήμερα. Τα χερσαία αιολικά αυξάνονται από τα 7 GW στο σχέδιο του Ιανουαρίου στα 7,6 GW ενώ τα υπεράκτια αιολικά μειώνονται από 2,7 GW σε 1,9 GW. Τα θαλάσσια αιολικά αναμένονται να αναπτυχθούν προς το τέλος της παρούσας δεκαετίας και να φθάσουν σε επενδύσεις σημαντικού ύψους μετά το 2030. H ισχύς των φωτοβολταϊκών μειώνεται στα 13,4 GW από τα 14,1 GW στο σχέδιο του Ιανουαρίου και της αποθήκευσης στα 5,3 GW από τα 8,1 GW, εκ των οποίων τα 3,1 GW μπαταρίες και τα 2,2 GW αντλησιοταμίευση. Η ισχύς των μονάδων φυσικού αερίου αυξάνεται από τα 7 GW στο σχέδιο του Ιανουαρίου στα 7,7 GW ενώ η λιγνιτική ισχύς μηδενίζεται από το 2028, οπότε θα τεθεί εκτός λειτουργίας και η νέα μονάδα της Πτολεμαΐδας. Η συνολική παραγωγή και κατανάλωση πράσινου υδρογόνου προβλέπεται να ανέλθει στις 4,4 TWh/έτος και η εγκατεστημένη δυναμικότητα ηλεκτρόλυσης στα 1,7 GW έως το 2030. Η εγκατεστημένη ισχύς των υδροηλεκτρικών έργων αναμένεται να ανέλθει σε 700 MW έως το 2030. 

O στόλος ηλεκτροκίνητων οχημάτων σε κυκλοφορία αναμένεται να αυξηθεί από περίπου 25.000 οχήματα σήμερα σε περίπου 85.000 οχήματα το 2025 και σε πάνω από 750.000 οχήματα το 2030. Η δέσμευση CO2 από βιομηχανικές διεργασίες και ηλεκτροπαραγωγή εκτιμάται σε 0,9 εκατ. τόνους CO2/έτος το 2035 και 5,4 εκατ. τόνους CO2/έτος το 2050.

moneyreview.gr

error: Content is protected !!