Σχεδόν ο μισός πληθυσμός παγκοσμίως τρώει είτε πάρα πολύ είτε πολύ λίγο, σύμφωνα με έκθεση Σχεδόν ο μισός πληθυσμός παγκοσμίως τρώει είτε πάρα πολύ είτε πολύ λίγο, σύμφωνα με έκθεση
Σχεδόν ο μισός παγκόσμιος πληθυσμός πάσχει από κακή διατροφή, κάτι που έχει βλαβερές επιπτώσεις στην υγεία του αλλά και στον πλανήτη, υπογραμμίζει έκθεση που... Σχεδόν ο μισός πληθυσμός παγκοσμίως τρώει είτε πάρα πολύ είτε πολύ λίγο, σύμφωνα με έκθεση

Σχεδόν ο μισός παγκόσμιος πληθυσμός πάσχει από κακή διατροφή, κάτι που έχει βλαβερές επιπτώσεις στην υγεία του αλλά και στον πλανήτη, υπογραμμίζει έκθεση που δημοσιεύθηκε σήμερα.

Σύμφωνα με αυτή την ετήσια έκθεση με τίτλο “Global nutrition report” (GNR) τα στοιχεία της οποίας προέρχονται από οργανώσεις όπως ο ΟΗΕ, η Unicef, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας ή ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας, το 48% των ανθρώπων στη Γη τρώνε πάρα πολύ ή πολύ λίγο.

Με τους τρέχοντες ρυθμούς ο κόσμος δεν θα πετύχει οκτώ από τους εννέα διατροφικούς στόχους που έχει θέσει ο ΠΟΥ για το 2025.

Μεταξύ των στόχων αυτών είναι η μείωση της ισχνότητας στα παιδιά (την κατάσταση στην οποία είναι πολύ αδύνατα για το ύψος τους) και τις καθυστερήσεις στην ανάπτυξη (όταν είναι πολύ μικρόσωμα για την ηλικία τους), όπως και την παχυσαρκία στους ενήλικες.

Η έκθεση εκτιμά ότι σχεδόν 150 εκατομμύρια παιδιά κάτω των 5 ετών πάσχουν από καθυστέρηση στην ανάπτυξη, περισσότερα από 45 εκατομμύρια είναι ισχνά και σχεδόν 40 εκατομμύρια υπέρβαρα.

Παράλληλα αποκαλύπτει ότι περισσότερο από το 40% των ανδρών και των γυναικών (2,2 δισεκατομμύρια άνθρωποι) είναι υπέρβαροι ή παχύσαρκοι.

«Οι θάνατοι που θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί και οι οποίοι οφείλονται στην κακή διατροφή αυξήθηκαν κατά 15% από το 2010» και σήμερα αποτελούν «το ένα τέταρτο όλων των θανάτων ενηλίκων», δήλωσε η πρόεδρος της ομάδας ανεξάρτητων ειδικών του GNR, η Ρενάτα Μίσα.

«Τα παγκόσμια στοιχεία δείχνουν ότι η διατροφή μας δεν βελτιώθηκε στη διάρκεια των δέκα προηγούμενων ετών και πλέον αποτελεί σοβαρή απειλή για την υγεία των ανθρώπων και τον πλανήτη», πρόσθεσε.

Σύμφωνα με την έκθεση, οι άνθρωποι δεν καταναλώνουν τις συνιστώμενες ποσότητες τροφίμων που ωφελούν την υγεία, όπως φρούτα και λαχανικά.

Όπως ήταν αναμενόμενο, στις χώρες με χαμηλό εισόδημα η κατανάλωση αυτών των τροφίμων είναι μικρότερη.

Εξάλλου οι χώρες με υψηλό εισόδημα καταναλώνουν περισσότερα τρόφιμα που είναι βλαβερά για την υγεία, όπως κόκκινο κρέας, γαλακτοκομικά και ζαχαρούχα ποτά, ενώ έχουν και το μεγαλύτερο ποσοστό υπέρβαρων ανθρώπων.

Παράλληλα το GNR υπολόγισε ότι οι παγκόσμιες ανάγκες σε τρόφιμα προκάλεσαν το 2018 περίπου το 35% των αερίων του θερμοκηπίου.

«Τα ζωικά προϊόντα έχουν γενικά υψηλότερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα από τα φυτικά», σημειώνει η έκθεση.

Σύμφωνα με την έκθεση, η πανδημία covid-19 διατάραξε τα συστήματα διατροφής και υγείας, αλλά και ώθησε περίπου 155 εκατομμύρια ανθρώπους επιπλέον στην ακραία φτώχεια.

ΕΜ – ΑΠΕ ΜΠΕ

error: Content is protected !!