ΜΠΗΚΕ, ΠΥΡΟΒΟΛΗΣΕ, ΕΦΥΓΕ – ΔΕΝ ΤΟΝ ΕΝΟΧΛΗΣΕ ΚΑΝΕΙΣ
Το σχόλιο της ημέρας 30 Απριλίου 2026 fonisalaminas
του Ντίνου Σ. Κουμπάτη
Δυο εκπλήξεις, μας παρουσιάστηκαν προχθές Τρίτη, και όσοι τις έλαβαν σοβαρά υπ’ όψιν στην κυριολεξία ανατρίχιασαν και συνειδητοποίησαν το πόσο η ζωή μας κρέμεται, -σε δημόσια πλαίσια-, από μία κλωστή, ενώ γι αυτήν ούτε καν η Πολιτεία λαμβάνει κάποια μέριμνα, ώστε να μην κινδυνεύει.
Είχε μακράν, δοσοληψίες με το Δημόσιο η γηραιός κύριος, ο οποίος την περασμένη Τρίτη μπήκε με το «έτσι θέλω» και εντελώς ανενόχλητος στα γραφεία του ΕΦΚΑ και σε αυτά, τα ίδια τα Δικαστήρια του Κράτους και πυροβόλησε πέντε άτομα, γιατί επί μία εικοσαετία, οι δημόσιες υπηρεσίες της χώρας μας, αρνούνταν να του παραχωρήσουν την σύνταξη, την οποίαν εκείνος απαιτούσε, παραπονούμενος, -κατά το παρελθόν-, ακόμη και στις υπηρεσίες της Ε.Ε. στο Στρασβούργου, όπου προγραμμάτιζε να πάει εν συνεχεία, να ρίξει και εκεί μερικές μπαλωθιές προς εκφοβισμό.

Γι’ αυτόν, δυστυχώς, δεν πρόλαβε να φτάσει έως εκεί, γιατί η Αστυνομία τον συνέλαβε στην Πάτρα, στην κυριολεξία κοιμώμενο, καθώς την ίδια την Αστυνομία, την ξυπνούσαν οι εργαζόμενες κοπέλες του Ξενοδοχείου, στο οποίο πήγε να κλείσει δωμάτιο για να ξαποστάσει πριν ξεκινήσει την ευρωπαϊκή περιοδεία του.
Αν η Αστυνομία δεν ειδοποιείτο από τις εργαζόμενες στο Ξενοδοχείο, οι οποίες τυχαίως και αυτές είχαν δει φωτογραφία του στην τηλεόραση, εκείνος μετά τον ύπνο «του αδίκου» που θα απολάμβανε, θα εξορμούσε ως άλλος Δον Κιχώτης, παριστάνοντας τον Ρίνγκο, να διδάξει καλούς τρόπους σε αυτούς, οι οποίοι δεν ικανοποιούσαν τις οικονομικές απαιτήσεις του.

Καλά αυτός, αλλά η Αστυνομία, πώς τον άφησε να της ξεφύγει; Έριξε τις τουφεκιές του στα γραφεία του ΕΦΚΑ, τραυμάτισε υπάλληλο με το όπλο το οποίο έφερε μπαίνοντας και βγαίνοντας σαν να μην έτρεχε τίποτε, σαν ένας καθημερινός επισκέπτης, ο οποίος διεκπεραίωσε μία δουλειά του. Πήρε ταξί, διέσχισε κάποια χιλιόμετρα στο κέντρο της Αθήνας, έφτασε στο Πρωτοδικείο με τις επτά αφύλακτες πόρτες εισόδου, ανέβηκε σκάλες, μπήκε σε ένα γραφείο, τραυμάτισε τέσσερις γυναίκες, κατέβηκε τις σκάλες, πέρασε στην μεγάλη αυλή των Δικαστηρίων, βγήκε στην λεωφόρο, βρήκε ταξί και με την βοήθεια της ανετοιμότητας των αστυνομικών δυνάμεων της Αθήνας, έφτασε στην Πάτρα.
Στην Αθήνα, ήταν να μην πάρουν είδηση το γεγονός οι αστυνομικοί. Έτσι και τους ενημέρωσαν, ξεκίνησαν να τον αναζητούν στους δρόμους τής πρωτεύουσας, καθ’ ην στιγμήν, εκείνος πορευόταν προς Πελοπόννησο.

Κατόπιν, αποκαλύφθηκε πως εκτός του Αρείου Πάγου και κανά-δύο άλλα δικαστικά μέγαρα, τα υπόλοιπα σε όλη την Ελλάδα, φυλάσσονται πλημμελώς από δικαστικές και αστυνομικές δυνάμεις και πως σε καιρούς, όπου θριαμβεύει η Τεχνητή Νοημοσύνη, ούτε κάμερες ασφαλείας υπάρχουν στα κτίρια, ούτε ανιχνευτές, παρά το γεγονός ότι στα μέρη αυτά, ο κίνδυνος παραμονεύει συνεχώς και παρά τα όσα πολλά με διάφορους εμπρηστικούς μηχανισμούς έχουν συμβεί μέχρι σήμερα.
Τουλάχιστον, αυτά άκουσα και διάβασα στον ηλεκτρονικό και έντυπο Τύπο. Και φυσικά, διερωτώμαι αν είναι αλήθεια.




